ευαγγελικός

[эвангэликос] επ. евангельский.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ευαγγελικός" в других словарях:

  • ευαγγελικός — ή, ό 1) евангельский; 2) Ευαγγελικοί οι Евангелисты (Евангелики)– сторонники Евангелической Протестанской церкви; ΦΡ. Ευαγγελικές Εκκλησίες οι Евангельские Церкви, возникшие после Протестанской Реформации …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ευαγγελικός — ή, ό (ΑΜ εὐαγγελικός, ή, όν) [ευαγγέλιο] 1. αυτός που ανήκει ή περιέχεται στο Ευαγγέλιο («ευαγγελικές ρήσεις») 2. ο σύμφωνος με τα διδάγματα τού Ευαγγελίου («ευαγγελική υπομονή») νεοελλ. 1. το αρσ. ως ουσ. ο Ευαγγελικός αυτός που ανήκει στον… …   Dictionary of Greek

  • ευαγγελικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο Ευαγγέλιο: Ευαγγελική περικοπή. 2. αυτός που ανήκει στο δόγμα των διαμαρτυρομένων: Εκκλησία των ευαγγελικών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευαγγέλιος — εὐαγγέλιος, ὁ (A) (ΑΜ και εὐαγγέλιος, ον) [ευάγγελος] αυτός που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, ο ευαγγελικός («εὐαγγέλιος φωνή», Κλήμ. Αλ.) αρχ. 1. αυτός που φέρνει ευχάριστη είδηση, καλή αγγελία 2. ως επίθ. τού Διός 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ Εὐαγγέλιος… …   Dictionary of Greek

  • ευαγγελιστής — ο, θηλ. ευαγγελίστρια (ΑΜ εὐαγγελιστής, θηλ. εὐαγγελίστρια) [ευαγγελίζομαι] κάθε ένας από τους συγγραφείς τών τεσσάρων ιερών Ευαγγελίων, τα οποία περιέχονται στον κανόνα τής Καινής Διαθήκης (δηλ. οι απόστολοι Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης) …   Dictionary of Greek

  • καββάλα — (εβρ. kabbalah). Εβραϊκή μυστικιστική διδασκαλία, η οποία κατά τον 12o αι. άρχισε να αποκτά δική της οντότητα μέσα στο σύνολο των εβραϊκών μυστικιστικών διδασκαλιών. Σε αυτήν συναντώνται στοιχεία προηγούμενων ιουδαϊκών αντιλήψεων, αραβικής… …   Dictionary of Greek

  • ανάγραμμα ή αναγραμματισμός — Η μετάθεση των γραμμάτων των λέξεων με τέτοιο τρόπο, ώστε να παράγονται άλλες λέξεις με διαφορετική σημασία. Η επινόηση του α. ανάγει την εμφάνισή της στους αλεξανδρινούς χρόνους και γνώρισε μεγάλη διάδοση την περίοδο του Μεσαίωνα. Είναι… …   Dictionary of Greek

  • Ευαγγελική Εκκλησία — Προτεσταντική ομολογία την οποία ίδρυσε, αρχικά με την ονομασία Ευαγγελική Εταιρεία, ο Αμερικανός μεθοδιστής Ιάκωβος Άλμπρεχτ (1759 1808). Αργότερα, το 1922, μετονομάστηκε Ευαγγελική Εκκλησία. Η διδασκαλία της είναι κράμα μεθοδισμού και ηθικού… …   Dictionary of Greek

  • Κλεόπας, Διονύσιος — (Θεσσαλονίκη 1816 – Κωνσταντινούπολη 1861). Θεολόγος και συγγραφέας. Το 1830 επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα, ο πατριάρχης των οποίων, Ιερόθεος, τον βοήθησε οικονομικά στις σπουδές του, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το 1849 διορίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Λούθηρος, Μαρτίνος — (Martin Luther, Άισλεμπεν 1483 – 1546). Γερμανός θεολόγος. Καταγόταν από οικογένεια χωρικών και ανατράφηκε με τον συνήθη, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, τρόπο, όπου κυριαρχούσαν η πειθαρχία και η ευσέβεια. Διεξήγαγε τις εγκύκλιες σπουδές του …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.